Έφυγε γρήγορα και ξαφνικά. Η μητέρα μου στην κηδεία της δεν μπορούσε να κρύψει τον θυμό της για όσους ρωτούσαν αδιάφορα την ηλικία της σαν να μην ήταν μάνα κάποιου, γιαγιά και αδερφή αλλά μονάχα μια γριά που ήταν καιρός της να φύγει. Ποτέ μου μέχρι τότε δεν είχα δει νεκρό και ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως αυτή η ερώτηση για την ηλικία θα μπορούσε να είναι προσβλητική. Χωρίς να το κρύβει, η μητέρα μου ένιωθε θυμό για όσους ήταν μεγαλύτεροι και ζούσαν ακόμη, έχοντας σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ η μητέρα της είχε φύγει στα εβδομήντα πέντε χωρίς ούτε ένα ψεγάδι στον οργανισμό της, πέραν της ακοής της που την είχε εγκαταλείψει από νέα ακόμα. Καρδιακή προσβολη, έτσι απλά.
Την θυμάμαι να λύνει τα άσπρα μακριά μαλλιά της για να διορθώσει την πλεξούδα που στιφογύριζε περίτεχνα με τα μακριά κοκαλιάρικα δάχτυλά της και να ζηλεύω σχεδόν την απλότητα αυτόυ του αστραφτερού κατάλευκου κότσου. Αναρωτιόμουν αν θα χρειαζόταν να φτάσω κι εγώ γριά για να προλάβουν και τα δικά μου μαλλιά να μακρύνουν τόσο. Είναι περίεργο για ένα παιδι να φαντάζεται πως οι άνθρωποι που στη μνήμη του υπήρξαν πάντα γέροι μπορεί να ήταν νέοι ή ακόμα και παιδιά.
Είχε πάντα στο κομοδίνο της μια φωτογραφία από τα νιάτα της, λίγο μετά το γάμο της. Με κοντά μαλλιά, μαύρα και σγουρά με περμανάντ, όπως συνήθιζαν πάντα να κάνουν οι γυναίκες αυτήν την επόχη, όσες τουλάχιστον δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν σγουρομάλλες. Όμορφη, με έντονα μεγάλα μάτια και φρύδια που σχήμάτιζαν δύο μεγάλες μάυρες καμύλες πάνω από τα βλέφαρά της. Ψηλή και αδύνατη, σου ενέπνεε μια αρχοντιά η φιγούρα της, αλλά με βλέμμα που πάντα υποδήλωνε την βαθιά της μελαγχολία, την δύσκολη και παράξενη ζωή της, την έλλειψη κάθε ίχνους αυτοπεποίθησης που θα περίμενες από μια νέα και όμορφη κοπέλα που μόλις παντρεύτηκε.
Αλλά μήπως παντρεύτηκε από έρωτα; Είχα ακούσει αρκετές φορές την ιστορία που έσμιξε την γιαγιά και τον παππού μου και πάντα ένιωθα βαθιά συμπόνια για τους δύο ήρωες που δεν ερωτεύτηκαν ποτέ ο ένας τον άλλοn, και όπως στα μυθιστορήματα, με αφέλεια περίμενα το χάπι εντ. Κάποιον ζεν πρεμιέ που θα πήγαινε να την σώσει από τον θλιβερό της γάμο, ένα πρόσωπο ή μια ενέργεια που θα απέτρεπε την άχαρη εξέλιξη της ιστορίας, χωρίς φυσικά να σκέφτομαι οτι εγώ η ίδια είμαι η απόδειξη πως αυτό δεν έγινε ποτέ. Ωστόσο, η ιστορία μου ήταν λίγο-πολύ δεδομένη και δεν την είχα επεξεργαστεί ως παιδί και τόσο βαθιά. Τελευταία μόνο και όταν εγώ υπήρξα τυχερή να βιώσω αυτό το συναίσθημα, συνειδητοποίησα πως αρκετοί άνθρωποι που ξέρω δεν ένιωσαν ποτέ τους ερωτευμένοι και ομολογώ πως μου προκάλεσε βαθιά θλίψη αυτό το γεγονός. Αναρωτήθηκα πόσο άδεια μπορεί να είναι η ζωή κάποιου με την απουσία αυτόυ του καθοριστικού συναισθήματος, αυτού που για χάρη του έχουν γραφτεί αμέτρητα τραγούδια, μυθιστορήματα, ποιήματα και τόσα άλλά.
Η γιαγιά μου υπήρξε αντικείμενο του πόθου για αρκετούς άντρες στην εποχή της. Κάποτε μας έλεγε πως κάποιος στο δρόμο της ζήτησε να τον παντρευτεί και ήταν τόσο επίμονος που αναγκάστηκε να φωνάξει έναν αστυνομικό που έτυχε να περνάει και να του ζητήσει να επέμβει για να την αφήσει ήσυχη. Όταν αυτό έγινε, βρέθηκε να την φλερτάρει ο ίδος ο αστυνομικός. Διάφορες τέτοιες ιστορίες ενίσχυαν τον θαυμασμό μου για την ομορφιά της που ήταν άλλωστε εμφανής σε κάθε ασπρόμαυρη ταλαιπωρημένη φωτογραφία της, αλλά και από τα ίδια τα γηρατειά της που δεν έμοιαζαν με καμιάς άλλης ηλικιωμένης που έτυχε να δω. Πάντα υπήρχε πάνω της αυτή η υποψία της ομορφιάς κάτω από το λευκό γερασμένο δέρμα της και τα κάπως αλλοιωμένα απ τα χρόνια χαρακτηριστικά της. Ωστόσο η τύχη της την ήθελε να νοσηλευτεί με κατάθλιψη σε κάποιο ψυχιατρείο της περιοχής και έτσι έπαψε πια νε είναι η πολυπόθητη νύφη της γειτονιάς. Ποτέ δεν έμαθα τους ακριβείς λόγους που την έστειλαν εκεί αλλά όποια και αν ήταν τα αίτια ήταν αρκετά σοβαρά για να αποτελούν ταμπού ακόμα και για την μητέρα μου να τους εκμυστηρευτεί. Αυτός ήταν ο λόγος που η ως τότε λυγερή και πολυπόθητη κοπέλα έμεινε ανύπαντρη έως τα τριάντα. Ηλικία που για την εποχή σε καθιέρωνε ως γεροντοκόρη μια για πάντα.
Ετσι, και χατιρικώς δηλαδή, κάποτε της έκαναν το λεγόμενο προξενιό με τον παππού μου, που ήταν πενήντα, είκοσι χρόνια μεγαλύτερος και ο μοναδικός καημός του ήταν να κάνει παιδιά, για αυτό και ήθελε νέα γυναίκα. Για εκείνον η ευκαιρία που έψαχνε, για εκείνη η μοναδική επιλογή μετά το ράφι. Στον πρώτο του γάμο δεν είχε την τύχη να κάνει δικά του παιδιά και ως τότε ζούσε με την αγωνια πως ίσως να είναι στείρος. Δεν έζησε καλύτερα κι εκείνος.
Ο κυρ- Φώτης γεννήθηκε το 1909 σε ένα χωρίο Ποντίων, βαθιά μες την Τουρκία και είχε την ατυχία να ζήσει πολέμους και διωγμούς στα πιο τρυφερά του χρόνια. Δεν μπορώ να φανταστώ πως είναι για ένα παιδί εννιά χρονών να κρατάει όπλο και να βλέπει τους συγγενείς του σφαγμένους. Ακούγοντάς τα ήθελα να πιστεύω πως αυτά ήταν ιστορίες βγαλμένες από ταινία και με βοηθούσε σε αυτό, το γεγονός πως δεν τον γνώρισα ποτέ, αφού πέθανε λίγο αφότου γεννήθηκα. Η μητέρα μου έλεγε πως απ αυτόν κληρονόμησα την επιδεξιότητα στα χέρια, αφού του άρεσε να σκαλίζει επάνω στο ξύλο και να του δίνει μορφή, από περίτεχνα σκαμπό μέχρι μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Εμένα μου άρεσε η ζωγραφική και η μητέρα μου καμάρωνε το πόσο λεπτολόγος ήμουνα θυμούμενη τον πατέρα της. Είναι παράξενο να νιώθεις πως έχεις μέσα σου λίγο από ανθρώπους που δεν γνώρισες ποτέ. Ιδιαίτερα όταν αυτοί οι άνθρωποι έζησαν πράγματα που εσύ ούτε μπορείς να φανταστείς.
Η πρώτη του γυναίκα πέθανε από ατύχημα με το άλογο. Λένε πως έπεσε απ το άλογο και μπλέχτηκε στα σχοινιά του. Αυτό φοβισμένο συνέχισε να τρέχει και την έσυρε στον δρόμο. Ωστόσο δεν πρέπει να πέθανε ακαριαία, αφού θυμάμαι την ιστορία να συνεχίζεται με τον παππού μου να πουλάει την περιουσία του στην Έδεσσα για να πληρώσει τους γιατρούς.
Η γυναίκα αυτή είχε πάρει στο μυαλό μου ως παιδί μορφή μυθιστορηματική, αφού φωτογραφίες δεν υπήρχαν από κείνη και πληροφορίες ελάχιστες. Το μόνο που γνώριζα γι αυτήν ήταν ο τραγικός της θάνατος και το γεγονός πως ο θάνατός της συντέλεσε στην υπαρξή μου. Ίσως λοιπόν από τύψεις που επωφελήθηκα του θανάτου της, ίσως και το οτι μοιραστήκαμε με διαφορά δεκαετιών μία συγγένεια, την συμπαθούσα ιδιαίτερα. Τα υπόλοιπα τα συμπλήρωνα με την φαντασία μου. Ίσως να είχε σγουρά μαλλιά, καστανόξανθα και ίσως να ήταν στογγυλοπρόσωπη με έντονα μήλα και μελιά μάτια, ίσως να ήταν μια γυναίκα ηπίων τόνων και γεμάτη συμπόνια για τους γύρω της, μια γυναίκα που λαχταρούσε τη μητρότητα σε μια εποχή που το να είσαι υπογόνιμη ήταν λόγος για σχόλια τρίτων. Ισως να την είχαν κάποτε κάνει να νιώσει άσχημα γι αυτή της την αδυναμία, ίσως αν ζούσε σε άλλη εποχή να είχε αποκτήσει εύκολα τον πολυπόθητο απόγονο. Και πόσο άσχημα μπορεί να ένιωθε βλέποντας την ίδια λαχτάρα στα μάτια του άντρα της αν όντως πίστευε πως το οτι δεν απέκτησαν παιδιά ήταν δική της ευθύνη.
Πριν το θανατό της είχαν υιοθετήσει με τον παππού μου ένα αγόρι. Ούτε κι αυτό είχα την τύχη να γνωρίσω αφού και σ αυτό έμελε να φύγει πρόωρα στα δεκαοχτώ του. Η ιστόρία επέζησε ως εξής. Λένε πως απογοητευμένος από μια ερωτική ιστορία ένα βράδυ γύρισε μεθυσμένος. Ντάπηκε να γυρισει σπίτι του στην κατάσταση που ήταν και πήγε να κοιμηθεί στον αχυρώνα που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι. Ζαλισμένος και υπνωτισμένος απ το αλκοόλ έπεσε επάνω στα άχυρα και έπαθε ασφυξία. Τον βρήκαν το πρωί νεκρό.
Μετά από δύο θανάτους ο παπούς μου ήταν διπλά χήρος και διπλά καταβεβλημένος. Για να του απαλύνουν τον πόνο οι συγχωριανοί του, του έκαναν το λεγόμενο προξενιό με τη γιαγιά μου. Για να αποκτήσει το προξενιό έναν πιο ρομαντικό χαρακτήρα, οι δύο μελόνυμφοι συχνά επικοινωνούσαν με γράμματα για να δουν αν ταιριάζουν.Τα γράμματα αυτά νομίζω υπάρχουν ακόμα φυλαγμενα από την θεία μου. Μέσα από αυτά και από τις διηγήσεις των προξενητών, η μέλουσα γυναίκα του έμαθε την ιστορία του.
Η γιαγιά μου βαθιά συναισθηματική γυναίκα ένιωθε έντονη συμπόνια για κείνον που πέρασε τόσο δύσκολα στη ζωή του και ενώ ξεκίνησε ανένδοτη και αρνητική στο γεγονός του προξενού, άρχισε κάπως να μαλακώνει μέσα της, χωρίς ωστόσο ποτέ να τον έχει συναντήσει, παρά μονάχα σε φωτογραφίες που συνόδευαν τα γράμματα. Εκείνο που τελικά την λύγισε ήταν όταν της έγραψε πως εκείνη ήταν η τελευταία του ευκαιρία στη ζωή και πως εάν δεν τον παντρευόταν, εκείνος θα πέθαινε άκληρος και μόνος, αφού παιδιά δεν είχε να τον φροντίσουν και συγγενείς ελάχιστους ζωντανούς. Μόνο εκείνη μπορούσε να του χαρίσει τα παιδιά που πάντα ονειρευόταν, αφού ήταν ακόμα νέα και δυνατή να τα αναθρέψει. Έτσι λοιπόν, συναίνεσε σε έναν γάμο που έμελε να είναι αποτυχημένος και γεμάτος προβλήματα και που ρίζωνε πιο βαθιά την πάντοτε υποβόσκουσα μελαγχολική της φύση.
Η κοινή ζωή τους ήταν εξίσου δύσκολη και γεμάτη καυγάδες, ενίοτε και ξύλο που για τα χρόνια τους δεν ήταν κάτι τόσο παράξενο. Το πώς ένας άνθρωπος με ύψος ένα εξήντα, εξήντα κιλά, καμπούρα και είκοσι χρόνια γηραιότερος έδερνε μια γυναίκα με το διπλάσιο μπόι και τα μισά του χρόνια ήταν πάντα μια απορία που προσπερνούσα, προσπαθώντας να μην κάνω περαιτέρω ερωτήσεις στη μητέρα μου για ένα θέμα που την πονούσε. Ίσως η φύση υπήρξε περισσότερο άδικη σε αυτό το θέμα με τις γυναίκες απ ότι υπολόγιζα ή ίσως η ίδια η γιαγιά μου υπέμενε την βία μη γνωρίζοντας την δύναμή της, καθότι και σε κανέναν άλλο τομέα δεν κατάφερε να αξιολογήσει τον εαυτό της σωστά. Η βία ήταν κάτι που σημάδεψε βαθιά τα παιδιά τους μαζί και τη μητέρα μου που πάντοτε υποχωρούσε σε κάθε υποψία έντασης μέσα στο σπίτι. Την θυμάμαι να ταράζεται έντονα κάθε φορά που μάλωνα με την αδερφή μου για ένα μπλουζάκι ή διαπραγματευόμουν εντόνως με τον πατέρα μου την ώρα που θα έπρεπε να επιστρέψω σπίτι όταν έβγαινα.
Κάτι που με εντυπωσίαζε πάντα ήταν η αγάπη που έτρεφε η μητέρα μου για τον μπαμπά της και η ευαισθησία με την οποία αναφερόταν σ αυτόν, αφού πάντα θεωρούσα οτι ένα παιδί θα ετρέφε μίσος για ένα πατέρα που χειροδικεί πάνω στη μητέρα. Δεν συνέβαινε όμως αυτό. Η μητέρα μου γνώριζε καλά την ολοκληρωτική αγάπη που τους έτρεφε ο κυρ Φώτης και ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω τους. Το μόνο άγγιγμα που ήξεραν από εκείνον ήταν η αγκαλιά του, τιμητικό για έναν άντρα της εποχής του και μάλιστα έναν άντρα που οι πιο τρυφερές του στιγμές καταστράφηκαν μέσα στη δύνη της βίας του πολέμου. Ισως ότι είχε απομείνει από αυτήν την τρυφερότητα που δεν κατάφερε να χαρεί ως παιδί, έθρεψε καλά από την μεγάλη του αναμονή για την απόκτηση των παιδιών του. Και σ αυτά και μόνο την χάριζε.
Είναι παράξενο πως μερικές φορές η ιστορία διαλέγει να μας συναρπάσει με τραγικό τρόπο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σκοτώθηκε η πρώτη του γυναίκα παρά λίγο να σκοτωθεί και η δευτερη, η γιαγιά μου, όταν κι εκείνη έπεσε απ το άλογο και μπλέχτηκε στα σχοινιά. Η μόνη διαφορα της ιστορίας ήταν η ύπαρξη των παιδιών τους, που άρχισαν να κλαίνε και να ουρλιάζουν και έτσι κάποιος που τα άκουσε, βγήκε μπροστά στο άλογο και το σταμάτησε. Γιατί η ιστορια να διαλέγει να τιμωρήσει με τόσο βαναυσο τρόπο αυτήν την γυναίκα που πέθανε με τον καημό να κάνει παιδί; Και αν είχε τελικά καταφέρει να φέρει στον κόσμο το παιδί της, μήπως θα είχε σωθεί όπως και η γιαγιά μου; Και μήπως είναι άδικο γι κείνη να συγκρίνω τελικά τις δύο ιστορίες;
Έζησαν μαζί πολλά χρόνια, αλλά και ποιος χώριζε στην εποχή τους; Υποθέτω οτι με έναν τρόπο αγαπήθηκαν, γι αυτό και όταν ο παππούς μου έφυγε ζητώντας ήρεμα στην πολυθρόνα του ένα ποτήρι νερό, η γιαγιά μου ένιωσε απροστάτευτη και μόνη και γέμισε με φόβο. Ήταν μόλις πενήντα πέντε αλλά ούτε που πέρασε ποτέ απ το μυαλό της ένας άλλος σύντροφος, μια δεύτερη ευκαιρία. Είχε ήδη παραδοθεί. Από τότε η φιγούρα της ήταν ίδια μέχρι και που έφυγε, άσπρα μαλλιά πλεγμενα σε κότσο και μαυρο μαντίλι στο κεφάλι συνδυασμένο με τα μαυρα ρούχα. Ετσι μετακόμισε κοντά στα παιδιά της, στην πόλη και άφησε έρημο το μικρό σπιτάκι στο χωριό με την ψεύτικη υπόσχεση στον εαυτό της οτι θα ξαναγυρίσει σύντομα. Στην πραγματικότητα έψαχνε έναν νέο προστάτη που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τα παιδιά της. Δεν ξαναγύρισε ποτέ και η τριανταφυλλιές της θεριεψαν και την έπνιξαν την αυλή, και η οροφή κατέρρευσε και τα παράθυρα έσπασαν και τα ποντίκια έφτιαξαν τις φωλιές τους σίγουρα για την κυριαρχία τους αφού άλλος αφέντης δεν επρόκειτο να ξαναπατήσει εκει μέσα.
Κάποτε επισκέφθηκα αυτό το σπίτι. Δεν ήταν δυνατό να πλησιάσεις, γι αυτό και εμεινα να κοιτάζω από το παράθυρο προσπαθώντας να διακρίνω κάτι από τα παιδικά χρόνια της μητέρας μου. Η κουζίνα, η πολυθρόνα που ο παππούς ζήτησε το τελευταίο του ποτήρι νερό και ένας καλόγερος, που επάνω είχε κρεμασμένο ένα παλτό αντρικό και ένα καπέλο. Έμειναν για πάντα εκεί να περιμένουν σαν να σταμάτησε ο χρόνος κάποια μέρα πριν άπό τόσα χρόνια, να περιμένουν εώς ότου πρόσφατα κατεδαφίστηκαν και πετάχτηκαν μαζί με τα μπάζα αφού το όικόπεδο πουλήθηκε. Ισως αυτή η εικόνα με σημάδεψε γι αυτό και με θλίβουν τόσο τα εγκαταλελειμμένα σπίτια. Μου αρέσει να τα φαντάζομαι γεμάτα ζωή, γεμάτα παιδικές φωνές, συζητήσεις, δουλειά και τόσα άλλα. Νομίζω πως τα εγκαταλελειμμένα σπίτια είναι αυτό που απέμεινε από όσους έχουν ζήσει μέσα σε αυτά. Ο κήπος! Κάποιος τα φύτεψε αυτά τα δέντρα, σκέφτομαι, κάποιος που δεν ζει πια.
Η γιαγιά μου πάντα κάθονταν στο μικρό καμαράκι που της είχαν παραχωρήσει στο σπίτι της θείας μου και έπλεκε ή διάβαζε εφημερίδα. Τα αθλητικά κυρίως. Για μένα ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό το οτι η γιαγιά μου ασχολούνταν με τα αθλητικά και το ποδόσφαιρο. Μεγάλη κατάλαβα οτι αυτό δεν είναι σύνηθες για γιαγιάδες. Από όταν έχασε την ακοή της δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τίποτα στην τηλεόραση παρά μονάχα κάτι που δεν έχει διαλόγους. Ετσι και λίγο από την επιρροή του γιού της, του θείου μου, άρχισε να μαθαίνει για το ποδόσφαιρο και να το παρακολουθεί στην τηλεόραση. Κάποτε μου είχε ζητήσει να της ζωγραφίσω τις σημαίες των κρατών και να της γράψω δίπλα το όνομα κάθε χώρας ωστε να καταλαβαίνει ποιες χώρες παίζουν. Και όταν το έκανα, έδειχνε πολύ συγκινημένη. Πάντα η γιαγιά μου έδειχνε συγκινημένη όταν της προσέφερες το παραμικρό. Ιδιαίτερα την παρέα σου. Ακόμα νιώθω τύψεις όταν από την παιδική φόρα που έβλεπα τα ξαδέρφια μου και την ανυπομονησία να πάμε να παίξουμε, περνούσα ώρες στο σπίτι χωρίς να πάω να την χαιρετίσω. Και εκείνη αφού δεν άκουγε δεν μας καταλάβαινε οτι ήρθαμε και κάποτε που έβγαινε για να πιει λίγο νερό ή να πάρει ένα πορτοκάλι απ το ψυγείο, μας έβλεπε και γω ορκιζόμουν οτι θα έπαιζα μόνο λίγο ακόμα και μετά είχα σκοπό να πάω στο δωμάτιό της να της κάνω παρέα. Δεν θύμωνε, αλλά το βλέμμα της γέμιζε παράπονο, που ήταν χειρότερο. Η γιαγιά μου είχε ταλέντο να κάνει τους άλλους να νιώθουν απαίσια από τύψεις χωρίς να τους πει τίποτα. Δεν ξέρω αν το επιδίωκε ή όχι. Εγώ πάντως, νιώθω ακόμα τύψεις για την παιδική μου αφέλεια.
Γιατί μέχρι που έγινα δεκάξι, αυτό το λίγο ακόμα που ορκιζόμουν δεν το τήρησα. Είναι που νομίζουμε πως έχουμε χρόνο να επανορθώσουμε και όσο είμαστε μικροί το πάντα δεν διαρκεί όσο η ζωή μας και η ζωή των δικών μας, αλλά αιώνια. Και όταν η ψευδαίσθηση αυτή καταρρεύσει από την αλήθεια, απ τα στενά χρονικά περιθώρια μιας ζωής, όλα γύρω ταράζονται και τα σχέδια μάς να επανορθώσουμε όσα παραμελήσαμε καταρρέουν. Το μόνο που μένει για να συνεχίσουμε είναι να συγχωρήσουμε τον αφελή εαυτό μας και να πάρουμε το μάθημά μας για το μέλλον. Να μη σπαταλάμε άλλο χρόνο.
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν τραγούδησαν ποτέ τη ύπαρξή τους και την χάρισαν ελαφρά τη καρδία κάποια μέρα κάπου σαν να ήταν ραβασάκι, πριν καταλήξει τσαλακωμένη και παραμερισμένη σε κάποια γωνιά. Σαν τα σύννεφα είναι οι άνθρωποί, κάποιοι καταφέρνουν να δημιουργούν καταιγίδες, κάποιοι ψιλόβροχα και κάποιοι παραμένουν για πάντα σύννεφα χωρίς ποτέ να εκπληρώσουν την προοπτική τους. Έτσι η γιαγιά μου, έφυγε από αυτόν τον κόσμο, σαν να ήταν ένα τσαλακωμένο χαρτάκι, σαν σύννεφο που δεν έβρεξε ποτέ, ένα Σάββατο απόγευμα που ήταν όλοι εύκαιροι. Εφυγε από ανακοπή, ήρεμα και γρήγορα για να μην ξεβολέψει κανέναν, να μην κάνει πολύ θόρυβο... ενα Σάββατο με συννεφιά που δεν έλεγε να βρέξει.
-Πόσο ήταν η μητέρα σας;
-Εβδομήνταπέντε
-Νέα, πολύ νέα, να ζήσετε να την θυμάστε.
Την θυμάμαι να λύνει τα άσπρα μακριά μαλλιά της για να διορθώσει την πλεξούδα που στιφογύριζε περίτεχνα με τα μακριά κοκαλιάρικα δάχτυλά της και να ζηλεύω σχεδόν την απλότητα αυτόυ του αστραφτερού κατάλευκου κότσου. Αναρωτιόμουν αν θα χρειαζόταν να φτάσω κι εγώ γριά για να προλάβουν και τα δικά μου μαλλιά να μακρύνουν τόσο. Είναι περίεργο για ένα παιδι να φαντάζεται πως οι άνθρωποι που στη μνήμη του υπήρξαν πάντα γέροι μπορεί να ήταν νέοι ή ακόμα και παιδιά.
Είχε πάντα στο κομοδίνο της μια φωτογραφία από τα νιάτα της, λίγο μετά το γάμο της. Με κοντά μαλλιά, μαύρα και σγουρά με περμανάντ, όπως συνήθιζαν πάντα να κάνουν οι γυναίκες αυτήν την επόχη, όσες τουλάχιστον δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν σγουρομάλλες. Όμορφη, με έντονα μεγάλα μάτια και φρύδια που σχήμάτιζαν δύο μεγάλες μάυρες καμύλες πάνω από τα βλέφαρά της. Ψηλή και αδύνατη, σου ενέπνεε μια αρχοντιά η φιγούρα της, αλλά με βλέμμα που πάντα υποδήλωνε την βαθιά της μελαγχολία, την δύσκολη και παράξενη ζωή της, την έλλειψη κάθε ίχνους αυτοπεποίθησης που θα περίμενες από μια νέα και όμορφη κοπέλα που μόλις παντρεύτηκε.
Αλλά μήπως παντρεύτηκε από έρωτα; Είχα ακούσει αρκετές φορές την ιστορία που έσμιξε την γιαγιά και τον παππού μου και πάντα ένιωθα βαθιά συμπόνια για τους δύο ήρωες που δεν ερωτεύτηκαν ποτέ ο ένας τον άλλοn, και όπως στα μυθιστορήματα, με αφέλεια περίμενα το χάπι εντ. Κάποιον ζεν πρεμιέ που θα πήγαινε να την σώσει από τον θλιβερό της γάμο, ένα πρόσωπο ή μια ενέργεια που θα απέτρεπε την άχαρη εξέλιξη της ιστορίας, χωρίς φυσικά να σκέφτομαι οτι εγώ η ίδια είμαι η απόδειξη πως αυτό δεν έγινε ποτέ. Ωστόσο, η ιστορία μου ήταν λίγο-πολύ δεδομένη και δεν την είχα επεξεργαστεί ως παιδί και τόσο βαθιά. Τελευταία μόνο και όταν εγώ υπήρξα τυχερή να βιώσω αυτό το συναίσθημα, συνειδητοποίησα πως αρκετοί άνθρωποι που ξέρω δεν ένιωσαν ποτέ τους ερωτευμένοι και ομολογώ πως μου προκάλεσε βαθιά θλίψη αυτό το γεγονός. Αναρωτήθηκα πόσο άδεια μπορεί να είναι η ζωή κάποιου με την απουσία αυτόυ του καθοριστικού συναισθήματος, αυτού που για χάρη του έχουν γραφτεί αμέτρητα τραγούδια, μυθιστορήματα, ποιήματα και τόσα άλλά.
Η γιαγιά μου υπήρξε αντικείμενο του πόθου για αρκετούς άντρες στην εποχή της. Κάποτε μας έλεγε πως κάποιος στο δρόμο της ζήτησε να τον παντρευτεί και ήταν τόσο επίμονος που αναγκάστηκε να φωνάξει έναν αστυνομικό που έτυχε να περνάει και να του ζητήσει να επέμβει για να την αφήσει ήσυχη. Όταν αυτό έγινε, βρέθηκε να την φλερτάρει ο ίδος ο αστυνομικός. Διάφορες τέτοιες ιστορίες ενίσχυαν τον θαυμασμό μου για την ομορφιά της που ήταν άλλωστε εμφανής σε κάθε ασπρόμαυρη ταλαιπωρημένη φωτογραφία της, αλλά και από τα ίδια τα γηρατειά της που δεν έμοιαζαν με καμιάς άλλης ηλικιωμένης που έτυχε να δω. Πάντα υπήρχε πάνω της αυτή η υποψία της ομορφιάς κάτω από το λευκό γερασμένο δέρμα της και τα κάπως αλλοιωμένα απ τα χρόνια χαρακτηριστικά της. Ωστόσο η τύχη της την ήθελε να νοσηλευτεί με κατάθλιψη σε κάποιο ψυχιατρείο της περιοχής και έτσι έπαψε πια νε είναι η πολυπόθητη νύφη της γειτονιάς. Ποτέ δεν έμαθα τους ακριβείς λόγους που την έστειλαν εκεί αλλά όποια και αν ήταν τα αίτια ήταν αρκετά σοβαρά για να αποτελούν ταμπού ακόμα και για την μητέρα μου να τους εκμυστηρευτεί. Αυτός ήταν ο λόγος που η ως τότε λυγερή και πολυπόθητη κοπέλα έμεινε ανύπαντρη έως τα τριάντα. Ηλικία που για την εποχή σε καθιέρωνε ως γεροντοκόρη μια για πάντα.
Ετσι, και χατιρικώς δηλαδή, κάποτε της έκαναν το λεγόμενο προξενιό με τον παππού μου, που ήταν πενήντα, είκοσι χρόνια μεγαλύτερος και ο μοναδικός καημός του ήταν να κάνει παιδιά, για αυτό και ήθελε νέα γυναίκα. Για εκείνον η ευκαιρία που έψαχνε, για εκείνη η μοναδική επιλογή μετά το ράφι. Στον πρώτο του γάμο δεν είχε την τύχη να κάνει δικά του παιδιά και ως τότε ζούσε με την αγωνια πως ίσως να είναι στείρος. Δεν έζησε καλύτερα κι εκείνος.
Ο κυρ- Φώτης γεννήθηκε το 1909 σε ένα χωρίο Ποντίων, βαθιά μες την Τουρκία και είχε την ατυχία να ζήσει πολέμους και διωγμούς στα πιο τρυφερά του χρόνια. Δεν μπορώ να φανταστώ πως είναι για ένα παιδί εννιά χρονών να κρατάει όπλο και να βλέπει τους συγγενείς του σφαγμένους. Ακούγοντάς τα ήθελα να πιστεύω πως αυτά ήταν ιστορίες βγαλμένες από ταινία και με βοηθούσε σε αυτό, το γεγονός πως δεν τον γνώρισα ποτέ, αφού πέθανε λίγο αφότου γεννήθηκα. Η μητέρα μου έλεγε πως απ αυτόν κληρονόμησα την επιδεξιότητα στα χέρια, αφού του άρεσε να σκαλίζει επάνω στο ξύλο και να του δίνει μορφή, από περίτεχνα σκαμπό μέχρι μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Εμένα μου άρεσε η ζωγραφική και η μητέρα μου καμάρωνε το πόσο λεπτολόγος ήμουνα θυμούμενη τον πατέρα της. Είναι παράξενο να νιώθεις πως έχεις μέσα σου λίγο από ανθρώπους που δεν γνώρισες ποτέ. Ιδιαίτερα όταν αυτοί οι άνθρωποι έζησαν πράγματα που εσύ ούτε μπορείς να φανταστείς.
Η πρώτη του γυναίκα πέθανε από ατύχημα με το άλογο. Λένε πως έπεσε απ το άλογο και μπλέχτηκε στα σχοινιά του. Αυτό φοβισμένο συνέχισε να τρέχει και την έσυρε στον δρόμο. Ωστόσο δεν πρέπει να πέθανε ακαριαία, αφού θυμάμαι την ιστορία να συνεχίζεται με τον παππού μου να πουλάει την περιουσία του στην Έδεσσα για να πληρώσει τους γιατρούς.
Η γυναίκα αυτή είχε πάρει στο μυαλό μου ως παιδί μορφή μυθιστορηματική, αφού φωτογραφίες δεν υπήρχαν από κείνη και πληροφορίες ελάχιστες. Το μόνο που γνώριζα γι αυτήν ήταν ο τραγικός της θάνατος και το γεγονός πως ο θάνατός της συντέλεσε στην υπαρξή μου. Ίσως λοιπόν από τύψεις που επωφελήθηκα του θανάτου της, ίσως και το οτι μοιραστήκαμε με διαφορά δεκαετιών μία συγγένεια, την συμπαθούσα ιδιαίτερα. Τα υπόλοιπα τα συμπλήρωνα με την φαντασία μου. Ίσως να είχε σγουρά μαλλιά, καστανόξανθα και ίσως να ήταν στογγυλοπρόσωπη με έντονα μήλα και μελιά μάτια, ίσως να ήταν μια γυναίκα ηπίων τόνων και γεμάτη συμπόνια για τους γύρω της, μια γυναίκα που λαχταρούσε τη μητρότητα σε μια εποχή που το να είσαι υπογόνιμη ήταν λόγος για σχόλια τρίτων. Ισως να την είχαν κάποτε κάνει να νιώσει άσχημα γι αυτή της την αδυναμία, ίσως αν ζούσε σε άλλη εποχή να είχε αποκτήσει εύκολα τον πολυπόθητο απόγονο. Και πόσο άσχημα μπορεί να ένιωθε βλέποντας την ίδια λαχτάρα στα μάτια του άντρα της αν όντως πίστευε πως το οτι δεν απέκτησαν παιδιά ήταν δική της ευθύνη.
Πριν το θανατό της είχαν υιοθετήσει με τον παππού μου ένα αγόρι. Ούτε κι αυτό είχα την τύχη να γνωρίσω αφού και σ αυτό έμελε να φύγει πρόωρα στα δεκαοχτώ του. Η ιστόρία επέζησε ως εξής. Λένε πως απογοητευμένος από μια ερωτική ιστορία ένα βράδυ γύρισε μεθυσμένος. Ντάπηκε να γυρισει σπίτι του στην κατάσταση που ήταν και πήγε να κοιμηθεί στον αχυρώνα που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι. Ζαλισμένος και υπνωτισμένος απ το αλκοόλ έπεσε επάνω στα άχυρα και έπαθε ασφυξία. Τον βρήκαν το πρωί νεκρό.
Μετά από δύο θανάτους ο παπούς μου ήταν διπλά χήρος και διπλά καταβεβλημένος. Για να του απαλύνουν τον πόνο οι συγχωριανοί του, του έκαναν το λεγόμενο προξενιό με τη γιαγιά μου. Για να αποκτήσει το προξενιό έναν πιο ρομαντικό χαρακτήρα, οι δύο μελόνυμφοι συχνά επικοινωνούσαν με γράμματα για να δουν αν ταιριάζουν.Τα γράμματα αυτά νομίζω υπάρχουν ακόμα φυλαγμενα από την θεία μου. Μέσα από αυτά και από τις διηγήσεις των προξενητών, η μέλουσα γυναίκα του έμαθε την ιστορία του.
Η γιαγιά μου βαθιά συναισθηματική γυναίκα ένιωθε έντονη συμπόνια για κείνον που πέρασε τόσο δύσκολα στη ζωή του και ενώ ξεκίνησε ανένδοτη και αρνητική στο γεγονός του προξενού, άρχισε κάπως να μαλακώνει μέσα της, χωρίς ωστόσο ποτέ να τον έχει συναντήσει, παρά μονάχα σε φωτογραφίες που συνόδευαν τα γράμματα. Εκείνο που τελικά την λύγισε ήταν όταν της έγραψε πως εκείνη ήταν η τελευταία του ευκαιρία στη ζωή και πως εάν δεν τον παντρευόταν, εκείνος θα πέθαινε άκληρος και μόνος, αφού παιδιά δεν είχε να τον φροντίσουν και συγγενείς ελάχιστους ζωντανούς. Μόνο εκείνη μπορούσε να του χαρίσει τα παιδιά που πάντα ονειρευόταν, αφού ήταν ακόμα νέα και δυνατή να τα αναθρέψει. Έτσι λοιπόν, συναίνεσε σε έναν γάμο που έμελε να είναι αποτυχημένος και γεμάτος προβλήματα και που ρίζωνε πιο βαθιά την πάντοτε υποβόσκουσα μελαγχολική της φύση.
Η κοινή ζωή τους ήταν εξίσου δύσκολη και γεμάτη καυγάδες, ενίοτε και ξύλο που για τα χρόνια τους δεν ήταν κάτι τόσο παράξενο. Το πώς ένας άνθρωπος με ύψος ένα εξήντα, εξήντα κιλά, καμπούρα και είκοσι χρόνια γηραιότερος έδερνε μια γυναίκα με το διπλάσιο μπόι και τα μισά του χρόνια ήταν πάντα μια απορία που προσπερνούσα, προσπαθώντας να μην κάνω περαιτέρω ερωτήσεις στη μητέρα μου για ένα θέμα που την πονούσε. Ίσως η φύση υπήρξε περισσότερο άδικη σε αυτό το θέμα με τις γυναίκες απ ότι υπολόγιζα ή ίσως η ίδια η γιαγιά μου υπέμενε την βία μη γνωρίζοντας την δύναμή της, καθότι και σε κανέναν άλλο τομέα δεν κατάφερε να αξιολογήσει τον εαυτό της σωστά. Η βία ήταν κάτι που σημάδεψε βαθιά τα παιδιά τους μαζί και τη μητέρα μου που πάντοτε υποχωρούσε σε κάθε υποψία έντασης μέσα στο σπίτι. Την θυμάμαι να ταράζεται έντονα κάθε φορά που μάλωνα με την αδερφή μου για ένα μπλουζάκι ή διαπραγματευόμουν εντόνως με τον πατέρα μου την ώρα που θα έπρεπε να επιστρέψω σπίτι όταν έβγαινα.
Κάτι που με εντυπωσίαζε πάντα ήταν η αγάπη που έτρεφε η μητέρα μου για τον μπαμπά της και η ευαισθησία με την οποία αναφερόταν σ αυτόν, αφού πάντα θεωρούσα οτι ένα παιδί θα ετρέφε μίσος για ένα πατέρα που χειροδικεί πάνω στη μητέρα. Δεν συνέβαινε όμως αυτό. Η μητέρα μου γνώριζε καλά την ολοκληρωτική αγάπη που τους έτρεφε ο κυρ Φώτης και ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω τους. Το μόνο άγγιγμα που ήξεραν από εκείνον ήταν η αγκαλιά του, τιμητικό για έναν άντρα της εποχής του και μάλιστα έναν άντρα που οι πιο τρυφερές του στιγμές καταστράφηκαν μέσα στη δύνη της βίας του πολέμου. Ισως ότι είχε απομείνει από αυτήν την τρυφερότητα που δεν κατάφερε να χαρεί ως παιδί, έθρεψε καλά από την μεγάλη του αναμονή για την απόκτηση των παιδιών του. Και σ αυτά και μόνο την χάριζε.
Είναι παράξενο πως μερικές φορές η ιστορία διαλέγει να μας συναρπάσει με τραγικό τρόπο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σκοτώθηκε η πρώτη του γυναίκα παρά λίγο να σκοτωθεί και η δευτερη, η γιαγιά μου, όταν κι εκείνη έπεσε απ το άλογο και μπλέχτηκε στα σχοινιά. Η μόνη διαφορα της ιστορίας ήταν η ύπαρξη των παιδιών τους, που άρχισαν να κλαίνε και να ουρλιάζουν και έτσι κάποιος που τα άκουσε, βγήκε μπροστά στο άλογο και το σταμάτησε. Γιατί η ιστορια να διαλέγει να τιμωρήσει με τόσο βαναυσο τρόπο αυτήν την γυναίκα που πέθανε με τον καημό να κάνει παιδί; Και αν είχε τελικά καταφέρει να φέρει στον κόσμο το παιδί της, μήπως θα είχε σωθεί όπως και η γιαγιά μου; Και μήπως είναι άδικο γι κείνη να συγκρίνω τελικά τις δύο ιστορίες;
Έζησαν μαζί πολλά χρόνια, αλλά και ποιος χώριζε στην εποχή τους; Υποθέτω οτι με έναν τρόπο αγαπήθηκαν, γι αυτό και όταν ο παππούς μου έφυγε ζητώντας ήρεμα στην πολυθρόνα του ένα ποτήρι νερό, η γιαγιά μου ένιωσε απροστάτευτη και μόνη και γέμισε με φόβο. Ήταν μόλις πενήντα πέντε αλλά ούτε που πέρασε ποτέ απ το μυαλό της ένας άλλος σύντροφος, μια δεύτερη ευκαιρία. Είχε ήδη παραδοθεί. Από τότε η φιγούρα της ήταν ίδια μέχρι και που έφυγε, άσπρα μαλλιά πλεγμενα σε κότσο και μαυρο μαντίλι στο κεφάλι συνδυασμένο με τα μαυρα ρούχα. Ετσι μετακόμισε κοντά στα παιδιά της, στην πόλη και άφησε έρημο το μικρό σπιτάκι στο χωριό με την ψεύτικη υπόσχεση στον εαυτό της οτι θα ξαναγυρίσει σύντομα. Στην πραγματικότητα έψαχνε έναν νέο προστάτη που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τα παιδιά της. Δεν ξαναγύρισε ποτέ και η τριανταφυλλιές της θεριεψαν και την έπνιξαν την αυλή, και η οροφή κατέρρευσε και τα παράθυρα έσπασαν και τα ποντίκια έφτιαξαν τις φωλιές τους σίγουρα για την κυριαρχία τους αφού άλλος αφέντης δεν επρόκειτο να ξαναπατήσει εκει μέσα.
Κάποτε επισκέφθηκα αυτό το σπίτι. Δεν ήταν δυνατό να πλησιάσεις, γι αυτό και εμεινα να κοιτάζω από το παράθυρο προσπαθώντας να διακρίνω κάτι από τα παιδικά χρόνια της μητέρας μου. Η κουζίνα, η πολυθρόνα που ο παππούς ζήτησε το τελευταίο του ποτήρι νερό και ένας καλόγερος, που επάνω είχε κρεμασμένο ένα παλτό αντρικό και ένα καπέλο. Έμειναν για πάντα εκεί να περιμένουν σαν να σταμάτησε ο χρόνος κάποια μέρα πριν άπό τόσα χρόνια, να περιμένουν εώς ότου πρόσφατα κατεδαφίστηκαν και πετάχτηκαν μαζί με τα μπάζα αφού το όικόπεδο πουλήθηκε. Ισως αυτή η εικόνα με σημάδεψε γι αυτό και με θλίβουν τόσο τα εγκαταλελειμμένα σπίτια. Μου αρέσει να τα φαντάζομαι γεμάτα ζωή, γεμάτα παιδικές φωνές, συζητήσεις, δουλειά και τόσα άλλα. Νομίζω πως τα εγκαταλελειμμένα σπίτια είναι αυτό που απέμεινε από όσους έχουν ζήσει μέσα σε αυτά. Ο κήπος! Κάποιος τα φύτεψε αυτά τα δέντρα, σκέφτομαι, κάποιος που δεν ζει πια.
Η γιαγιά μου πάντα κάθονταν στο μικρό καμαράκι που της είχαν παραχωρήσει στο σπίτι της θείας μου και έπλεκε ή διάβαζε εφημερίδα. Τα αθλητικά κυρίως. Για μένα ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό το οτι η γιαγιά μου ασχολούνταν με τα αθλητικά και το ποδόσφαιρο. Μεγάλη κατάλαβα οτι αυτό δεν είναι σύνηθες για γιαγιάδες. Από όταν έχασε την ακοή της δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τίποτα στην τηλεόραση παρά μονάχα κάτι που δεν έχει διαλόγους. Ετσι και λίγο από την επιρροή του γιού της, του θείου μου, άρχισε να μαθαίνει για το ποδόσφαιρο και να το παρακολουθεί στην τηλεόραση. Κάποτε μου είχε ζητήσει να της ζωγραφίσω τις σημαίες των κρατών και να της γράψω δίπλα το όνομα κάθε χώρας ωστε να καταλαβαίνει ποιες χώρες παίζουν. Και όταν το έκανα, έδειχνε πολύ συγκινημένη. Πάντα η γιαγιά μου έδειχνε συγκινημένη όταν της προσέφερες το παραμικρό. Ιδιαίτερα την παρέα σου. Ακόμα νιώθω τύψεις όταν από την παιδική φόρα που έβλεπα τα ξαδέρφια μου και την ανυπομονησία να πάμε να παίξουμε, περνούσα ώρες στο σπίτι χωρίς να πάω να την χαιρετίσω. Και εκείνη αφού δεν άκουγε δεν μας καταλάβαινε οτι ήρθαμε και κάποτε που έβγαινε για να πιει λίγο νερό ή να πάρει ένα πορτοκάλι απ το ψυγείο, μας έβλεπε και γω ορκιζόμουν οτι θα έπαιζα μόνο λίγο ακόμα και μετά είχα σκοπό να πάω στο δωμάτιό της να της κάνω παρέα. Δεν θύμωνε, αλλά το βλέμμα της γέμιζε παράπονο, που ήταν χειρότερο. Η γιαγιά μου είχε ταλέντο να κάνει τους άλλους να νιώθουν απαίσια από τύψεις χωρίς να τους πει τίποτα. Δεν ξέρω αν το επιδίωκε ή όχι. Εγώ πάντως, νιώθω ακόμα τύψεις για την παιδική μου αφέλεια.
Γιατί μέχρι που έγινα δεκάξι, αυτό το λίγο ακόμα που ορκιζόμουν δεν το τήρησα. Είναι που νομίζουμε πως έχουμε χρόνο να επανορθώσουμε και όσο είμαστε μικροί το πάντα δεν διαρκεί όσο η ζωή μας και η ζωή των δικών μας, αλλά αιώνια. Και όταν η ψευδαίσθηση αυτή καταρρεύσει από την αλήθεια, απ τα στενά χρονικά περιθώρια μιας ζωής, όλα γύρω ταράζονται και τα σχέδια μάς να επανορθώσουμε όσα παραμελήσαμε καταρρέουν. Το μόνο που μένει για να συνεχίσουμε είναι να συγχωρήσουμε τον αφελή εαυτό μας και να πάρουμε το μάθημά μας για το μέλλον. Να μη σπαταλάμε άλλο χρόνο.
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν τραγούδησαν ποτέ τη ύπαρξή τους και την χάρισαν ελαφρά τη καρδία κάποια μέρα κάπου σαν να ήταν ραβασάκι, πριν καταλήξει τσαλακωμένη και παραμερισμένη σε κάποια γωνιά. Σαν τα σύννεφα είναι οι άνθρωποί, κάποιοι καταφέρνουν να δημιουργούν καταιγίδες, κάποιοι ψιλόβροχα και κάποιοι παραμένουν για πάντα σύννεφα χωρίς ποτέ να εκπληρώσουν την προοπτική τους. Έτσι η γιαγιά μου, έφυγε από αυτόν τον κόσμο, σαν να ήταν ένα τσαλακωμένο χαρτάκι, σαν σύννεφο που δεν έβρεξε ποτέ, ένα Σάββατο απόγευμα που ήταν όλοι εύκαιροι. Εφυγε από ανακοπή, ήρεμα και γρήγορα για να μην ξεβολέψει κανέναν, να μην κάνει πολύ θόρυβο... ενα Σάββατο με συννεφιά που δεν έλεγε να βρέξει.
-Πόσο ήταν η μητέρα σας;
-Εβδομήνταπέντε
-Νέα, πολύ νέα, να ζήσετε να την θυμάστε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου